ΔΡΑΚΟΝΤΑΣ ΛΑΠΉΘΟΥ

Π. Ήφαιστος – P. Ifestos www.ifestosedu.gr  

 Πρωτογράφτηκε και αναρτήθηκε στις 24.12.2011: Δράκοντας, Άγιος Γεώργιος και οι πατημασιές του αλόγου.

Κωμόπολη Λάπηθος: Τίποτα δεν της έλειπε μέχρι που εισέβαλαν βαρβαρικές ορδές το 1974. Ένας επίγειος ιδεατός τόπος με ανθρώπους, φύση, πολιτισμό και ζωντανό τοπικό πολιτικό βίο. Όπως και όλα τα υπόλοιπα μέρη των κατεχομένων οι εισβολείς κατάφεραν να τα κατακτήσουν μετά από δύο σχεδόν μήνες σκληρών μαχών. Κατάφεραν να προχωρήσουν μόνο μερικές δεκάδες χιλιόμετρα μέχρι τη Λευκωσία, την Αμμόχωστο και τη Μόρφου. Και τους στοίχισε πολύ ακριβά η κατάκτηση. Πόντο-πόντο υποχωρούσαν οι ημέτερες σκόρπιες και ασυντόνιστες δυνάμεις που η εισβολή τους βρήκε εν μέσω ... εμφυλίου πολέμου. Δέκα χρόνια μετά, το 1984, υπηρετώντας στην Πρεσβεία των Βρυξελλών ισραηλινός διπλωμάτης που συνάντησα σε δεξίωση με ρώτησε: «Το ξέρεις ότι όλοι οι μεγάλοι στρατοί μελετούν ακόμη τον πόλεμο αυτό. Προσπαθούν να καταλάβουν τι στο διάβολο έγινε. Πως συντρίψατε έναν συντεταγμένο στρατό του ΝΑΤΟ που διέθετε αεροπλάνα, πλοία, τανκς, όλα τα σύγχρονα όπλα, πληροφορίες και προδότες από τη μεριά σας. Και εσείς διαθέτατε μόνο ντουφέκια και πέτρες». Του απάντησα: «Πρέπει να γνωρίζεις ελληνικά για να μπορείς να διαβάσεις Ευαγόρα Παλληκαρίδη, αν θέλεις να καταλάβεις τι έγινε». «Τα στατιστικά σας δεν μετράνε». Στους κάμπους, τις βουνοκορφές και στα λαγκάδια της Λαπήθου, πάντως, οι βαρβαρικές ορδές "τα χρειάστηκαν" για πολλές εβδομάδες. Ελληνοκυπριακές και Κρητικοελληνικές ειδικές δυνάμεις επιτέλεσαν το καθήκον τους υπερασπιζόμενοι τα πάτρια εδάφη, τα ιερά και τα όσια. Οι ειδικές δυνάμεις μεγαλούργησαν. Όμως, δεν είχαμε αρκετούς πεζικάριους για να ανακαταλάβουν και κρατήσουν τα σημεία απ' όπου διώχνονταν οι εισβολείς. 

 

Κωμόπολη Λάπηθος: Το πιο μαγευτικό τοπίο του πλανήτη, συνάμα και πανάρχαιος πολιτισμός. Με μια ήπια και κατηφορίζουσα καταπράσινη βουνοπλαγιά με ελικοειδείς δρόμους που αρχίζουν από το βουνό και καταλήγουν στην θάλασσα. Ενώνει το πανύψηλο βουνό, τον Πενταδάκτυλο, με τα παράκτια της Μεσογείου. Σε όλο το μήκος, πλάτος και ύψος μέχρι τους πρόποδες του βουνού ο τόπος ήταν γεμάτος λεμονιές. Συνάμα και όλα τα άλλα εσπεριδοειδή αλλά και αναρίθμητα άλλα φρουτόδεντρα που φυτεύονται ή φυτρώνουν μόνα τους στις χαράδρες, στα λαγκάδια και περιφερειακά στα χωράφια των εσπεριδοειδών.  Δεν πουλούσαν φρούτα στην Λάπηθο. Όλοι έκοβαν από όλους και οι ταξιδιώτες πολύ συχνά κατέβαιναν και μπροστά στους ιδιοκτήτες γέμιζαν τσάντες ολόκληρες χωρίς κανείς να τους ενοχλήσει.

Αυτή είναι, ή μάλλον αυτή ήταν, η Λάπηθος, μέχρι που εισέβαλαν οι Βάρβαροι. Ναι Βάρβαροι, καθότι μόνο Βάρβαροι θα έπρατταν αυτά που έπραξαν. Η Λάπηθος, ήταν Βασίλειο Αρχαίο, υμνημένο και φημισμένο (το ίδρυσαν Λάκωνες, ο Πράξανδρος από την Θεράπνη της Λακωνίας). Στις πάνω ενορίες που κοσμούσαν τους πρόποδες του Πενταδάκτυλου, οι περισσότερες οικογένειες ονομάζονταν «Βολιώτες». Οι περισσότεροι ήταν απόγονοι αγωνιστή από τον Βόλο που έμεινε εκεί όταν ήλθε με τον Κανάρη κατά την διάρκεια της Εθνικής Επανάστασης. Ήλθε, έμεινε, ερωτεύτηκε, παντρεύτηκε, έκανε πολλά παιδιά, έγινε ο άρχοντας της Λαπήθου των πάνω ενοριών. Η παράδοση και η Λαπηθιώτικη αφήγηση λένε ότι οι Οθωμανοί κατακτητές μετά από πολλές συγκρούσεις, ανακωχές, συμφωνίες "οριοθέτησης των περιοχών αρμοδιότητας" και σταθερότητας που εδραζόταν στην ... ισορροπία (τοπικών) δυνάμεων, τελικά συμβιβάστηκαν μέχρι που έφυγαν. Έκανε, λένε επίσης οι εξιστορήσεις, και πολλούς πολέμους με τους κατακτητές των κάτω μαχαλάδων. Σύμφωνα με αυτά που άκουα, οι παππούδες και προπάπποι ήταν αμφίπλευρα από αυτή τη Βολιότικη αντί-δεσποτική ρίζα. Η μια πλευρά σίγουρα.  

Στην ιστοσελίδα του Δήμου Λαπήθου, http://www.lapithos.org.cy/ κανείς βρίσκει πολλές πληροφορίες για αυτή τη μοναδικά και ανεπανάληπτα πανέμορφη και τώρα κατακτημένη ελληνική γη. Ο υπογράφων έτυχε να ταξιδέψει σε όλο τον πλανήτη. Όπου βρέθηκα στις πέντε ηπείρους το ίδιο μονολογούσα: «Υπάρχει Ιθάκη και είναι μόνο μια, σε ένα νησί της Ανατολικής Μεσογείου, την Κύπρο, στους πρόποδες του Πενταδακτύλου, Βόρεια και παραθαλάσσια».

 

Δράκοντας: Η "Ιθάκη" όμως είχε και μια γωνιά ξεχωριστή, μοναδική και ανεπανάληπτη, τον Δράκοντα: Στους πρόποδες του Πενταδάκτυλου.  Στην ενορία της Αγίας Αναστασίας, ένας χωματόδρομος που κατηφόριζε, έστριβε δεξιά, περνούσε τρεις πατριαρχικές οικίες και έφθανε στην τέταρτη, του παππού μου (που κληρονόμησε ο Πατέρας μου και που το έταξε σε εμένα αν φοιτούσα σε πανεπιστήμιο και αποφοιτούσα). Πενήντα μέτρα πιο κάτω το αδιέξοδο, μια μικρή πλατειούλα και η Βρύση του Δράκοντα, ακριβώς όπως φαίνεται στην φωτογραφία. Φωτογραφία που βρήκα πολύ πρόσφατα, πριν μερικές μέρες, όταν επισκέφτηκα την Κύπρο. Τραβήχτηκε από συγγένισσά μου, τη Δέσπω, που ταξίδεψε μέχρι εκεί, πριν συντελεστεί ακόμη μια βαρβαρότητα: Πριν μερικά χρόνια έκλεισαν την ιερή αυτή Βρύση με τσιμέντο, οι ελεεινοί και βάρβαροι. Θέλησαν φαίνεται να αποθαρρύνουν τους νόμιμους κάτοχους των σπιτιών για να μην ξαναέλθουν στους ιερούς τους τόπους που αυτοί λαθραία, παράνομα και κατακτητικά κατέχουν.

           Στον Δράκοντα ζούσαν δέκα το πολύ οικογένειες, συμπεριλαμβανομένων και των δύο παππούδων μου. Στην απώτερη γωνιά εκατό μέτρα από την Βρύση το τελευταίο σπίτι, πανάρχαιο, πέτρινο με μεγάλες αντικριστές πόρτες (η οικία, όπως προανέφερα, του παππού μου). Ένα μόνο σπίτι υπήρχε πιο πέρα, υψηλότερα στην κορυφή του λόφου πάνω από τη Βρύση. Μια βουνίσια οικογένεια.

Δράκοντας: Τοπίο μαγευτικό, ειρηνικό. Απουσία αστικών θορύβων, μόνο κελαηδήματα, νερά που κατηφόριζαν δημιουργώντας μικρούς καταρράκτες. Μόνο κανένα γαϊδούρι κυπραίικο που γκάριζε ακουγόταν εκεί και εδώ. Άνθρωποι, πουλιά, ζώα. Πέρδικες που συχνά καθόντουσαν πενήντα μέτρα πιο ψηλά στο πλάτωμα του κατακόρυφου βράχου πάνω από τη Βρύση. Πετούσαν κλεφτάτα για να πιουν νερό. Όποιος ξέρει από πέρδικες, με δυνατό φτερούγισμα κινούνται. Συνήθως οριζόντια ή ημικυκλικά. Αυτές μου φαίνεται κατάφερναν και κατακόρυφες ή απότομες ημικυκλικές ποτιστικές καθόδους.  Δράκοντας: Ένας χωματόδρομος που οδηγεί σε αδιέξοδο από το οποίο μονοπάτια οδηγούν μέσα σε μια ονειρική φύση. Ένας ψηλός βράχος και ένα κεφαλόβρυσο. Πυκνή βλάστηση φυτών όλων των ειδών. Τρεχούμενα νερά. Μεγάλα κυπαρίσσια αμφίπλευρα στα μονοπάτια. Στο κατηφορικό ρυάκι πανύψηλες καρυδιές και πλευρικά πανύψηλες λεμονιές. Μια πανύψηλη καρυδιά λίγα μέτρα από τη Βρύση. Τα φρουτόδεντρα κάθε είδους πανταχόθεν.

Περίπου πεντακόσια μέτρα πιο πέρα μια γιγαντιαία χαράδρα, συνάμα και φαράγγι. Δυτικά, προς τις ενορίες της Αγίας Αναστασίας και της Αγίας Παρασκευής, ένα ακόμη φαράγγι. Ο Δράκοντας, βασικά, βρισκόταν μεταξύ δύο χαραδρών. Η χαράδρα του Κοσκινά βρισκόταν Ανατολικά αλλά δεν φαινόταν από την περικυκλωμένη από ψηλά δέντρα Βρύση του Δράκοντα. Ο Κοσκινάς ξεκινούσε από το βουνό, διέσχιζε την βουνοπλαγιά μεταξύ Δράκοντα και του ξωκλησιού του Άγιου Γιώργη και έφθανε στην Θάλασσα. Ο Κοσκινάς είχε και μια μεγάλη σπηλιά όπου μικροί, τον χειμώνα, ανάβαμε φωτιές. Τι δεν φύτεψα μέσα σε αυτό το Φαράγγι: Από κλήματα μέχρι καρυδιές, μουσμουλιές και δεκάδες άλλα είδη. Έτσι για να εμπλουτίσω την φύση, απαντούσα όταν με ερωτούσαν. Στο πλάτωμα μεταξύ Βρύσης και Φαραγγιού ο πατέρας μου φύτεψε δύο περίπου στρέμματα καρυδιές, την μακρόστενη "αμερικάνικη ποικιλία". Αν δεν τις έκοψαν πρέπει σήμερα να είναι πανύψηλα δέντρα.

Στην απέναντι πλευρά του Κοσκινά, περίπου ένα χιλιόμετρο πιο ψηλά, βρισκόταν το γραφικό εκκλησάκι του Άγιου Γιώργη που μόλις ανέφερα. Ήταν και νεκροταφείο. Έφθανες μέχρι εκεί περνώντας από ένα ελικοειδές μονοπάτι, σε πολλά σημεία στενό και απόκρημνο. Για όσους πέθαναν πριν φύγω, θυμάμαι την εικόνα: Μια νηοπομπή ανθρώπων. Συνήθως Πολλών εκατοντάδων ανθρώπων, να συνοδεύουν "τους τέσσερεις" που κουβαλούσαν τον νεκρό στο φέρετρο.

Προς τα πίσω, προς την πλευρά του πανύψηλου Πενταδάκτυλου, γύρω στα πεντακόσια μέτρα, βρίσκεται ο «κρημνός». Από πολύ μακριά εντυπωσίαζε. Ένα ερειπωμένο σπίτι παλιάς αγγλικής κοπής με κεραμίδια. Ερείπιο, γιατί μετά την αποικιοκρατία έφυγε ο Βρετανός ιδιοκτήτης.

Η ανθρωπολογία των «Δρακοντητών», καμιά πενηνταριά, εντυπωσίαζε. «Προσωπικότητες» αισθητικά και πνευματικά προσαρμοσμένες στο προικισμένο τοπίο τους. Ο καθείς εξ αυτών, απέραντη ανθρώπινη ετερότητα, γεμάτη ουσίες και νοήματα. Του ύψους, του βάθους, του πλάτους ή και αντίστροφα. Μερικοί ήρεμοι, άλλοι άγριοι. Είχαμε και "φιλόσοφους" του καλύτερου είδους και των πιο υψηλών βαθμίδων, δηλαδή «λαϊκούς αμπελοφιλόσοφους». Όλοι μαζί, ο αντshowImageίποδας του ανθρωπολογικού μηδενισμού των συγχρόνων αστικών συνάξεων.   

Δράκοντας: Για την κωμόπολη Λάπηθος ευρύτερα, καλύτερα να μη μιλήσω. Είναι μια πολύ μεγάλη συζήτηση. Για τη γωνιά της, τον Δράκοντα, όμως, που ήταν ο πρώτος και ανεξίτηλος κόσμος μου, θα μπορούσα να πω μερικά ακόμη λόγια, μιας και ήταν η πρώτη και ισχυρότερη κοσμοεικόνα των νηπιακών και παιδικών μου χρόνων. Νήπιο, κοιτούσα γύρω με παιδική δίψα και όλο περιέργεια. Τόσα πολλά να δεις. Ένας ολόκληρος και ζωντανός τόπος γεμάτος ανθρώπους, δέντρα, πουλιά, ζώα, κοτόπουλα να γυροφέρνουν, νερά να τρέχουν, πέρδικες να κακαρίζουν μονότονα και γαϊδούρια να κατεβαίνουν το βουνό φορτωμένα ξύλα. Αντίλαλοι φωνών, γέλια αλλά και καυγάδες.

Ήταν και τα γυναικόπαιδα που κουβαλούσαν το νερό που έβγαινε από την βρύση του βράχου. Μιλάμε για αυτή την ωραία εικόνα των κοριτσιών με τη στάμνα στον ώμο. Ξεχνιέται; Νομίζω ποτέ.

Και να φανταστείτε ότι επισκέφτηκα τον Δράκοντα για πρώτη φορά σαν … ξένος. Βέβαια, μόλις τριών ή τεσσάρων ετών. Πατέρας και μητέρα (Θεοφάνης και Ελένη) ήταν αμφότεροι γόνοι «Δρακοντητών». Πλην όταν ερωτεύτηκαν και παντρεύτηκαν μετακόμισαν στην κάτω ενορία του Αγίου Λουκά. Οι παππούδες με κέρδισαν. Στον Δράκοντα ήμουν σχεδόν κάθε μέρα.

Λίγο μετά, παιδάκι, έζησα εκεί για τέσσερα χρόνια με τη γιαγιά Αθηνά όταν οι γονείς μου ξενιτεύτηκαν. Όταν επέστρεψα στον Άγιο Λουκά με την επιστροφή του Πατέρα μου, περιττό να πω ότι, μετά το σχολειό, ούτε μια μέρα δεν πέρασε που να μην διασχίσω τα λαγκάδια, για να καταφθάσω στον Δράκοντα. Μόλις έφθανα επαναλαμβανόταν σταθερά ή ίδια συνήθεια: Βάζαμε ολόκληρο το κεφάλι μέσα στην Βρύση, δροσιζόμασταν και ξεδιψούσαμε.

Ανηφορίζοντας, πάντα με την σφενδόνη στην τσέπη, άμα πετύχαινα καμιά τσίχλα σταματούσα και την έψηνα σε σιγανή μικρή φωτιά. Τα φίδια που συναντούσα καμιά φορά συνήθιζα να τα αιχμαλωτίζω (από την ουρά τα κουνούσα και τα κοίμιζα). Τα απελευθέρωνα πιο πάνω. Κάποια στιγμή πίστεψα πως με γνώριζαν και πως εξοικειώθηκαν μαζί μου. Συνήθως κρατούσα και κανένα χαμαιλέοντα στον ώμο από τις δεκάδες που συναντούσα σε κάθε διαδρομή. Δύο τουλάχιστον φορές επενέβηκα για να χωρίσω μια θανάσιμη μάχη φιδιού και χαμαιλέοντα. 

Για τον καθένα, οι παραστάσεις και τα βιώματα ενός τέτοιου ιερού μέρους εισχωρούν βαθειά και τον αγγίζουν υπαρξιακά. Αυτή η μαγευτική εικόνα της ηρεμίας μέσα σε μια πάμπλουτη φύση σε συνοδεύει για πάντα. Αν δεν την έχεις την αναπολείς. Δεν σταματάς ποτέ να την αναζητάς. Δεν είναι μια απλή εικόνα. Είναι μια κοσμοεικόνα που θεμελιώνει την ετερότητά σου. Συγκροτεί μια ήρεμη κοσμοαντίληψη. Αδύνατο να την κατανοήσουν τα ισοπεδωμένα και ανθρωπολογικά μηδενισμένα όντα κάποιων αστικών κέντρων που χωρίς να φταίνε σε τίποτα βιώνουν το μηδέν, σκέπτονται μηδενικά και που ανήκουν στο πουθενά.

Η Λάπηθος πάντως και ο δικός μου κόσμος του Δράκοντα είναι μια κοσμοεικόνα του ιερού: Άνθρωποι, φύση, θρησκεία, μύθοι, θρύλοι και βιώματα γεμάτα νόημα.

 

Ο Άγιος Γεώργιος ήταν πανταχού παρών. Με τη γιαγιά Αθηνά περπατούσαμε μέχρι την Βρύση. Μαζί με πολλά άλλα που μου εξιστορούσε στοργικά και εμφαντικά (φώναζε αυτή η γιαγιά δεν μιλούσε, και αντιλαλούσε η φωνή στους βράχους) ήταν και ιστορίες για το πώς ο Άγιος που έδωσε το όνομα σε εκατοντάδες χιλιάδες έλληνες, σκότωσε τον Δράκοντα.

Εκεί επί τόπου που περπατούσαμε, όχι πουθενά αλλού! Ακριβώς στη Βρύση του Δράκοντα της Λαπήθου. Η γιαγιά το περιέγραφε με τα πιο ζωντανά χρώματα σαν και να ήταν εκεί μάρτυρας της νίκης του Αγίου. Και μην νομίσετε ότι η γιαγιά Αθηνά δεν είχε ... απτές αποδείξεις, και μάλιστα ... αποτυπωμένες.

Δέκα μόλις μέτρα από τη Βρύση βρίσκεται ένα πέτρωμα γυαλιστερό σαν βότσαλο της θάλασσας. Γύρω στα είκοσι μέτρα από τη Βρύση (στην φωτογραφία δεν φαίνεται γιατί η Δέσπω μάλλον εκεί στεκόταν όταν φωτογράφιζε). Πάνω στη σκληρή γυαλιστερή πέτρα είχε αληθινές πατημασιές αλόγου. Τώρα, πως γίνεται αυτό!; Μήπως τις λάξεψε κανένας επιδέξιος και θεοσεβούμενος γλύπτης; Και όμως: Η υπόθεση πως οι πατημασιές ήταν ιερές ήταν τόσο εύλογες: Φαίνονταν τόσο αληθινές που δεν μπορούσαν να είχαν γίνει από χέρι ανθρώπου. Αφού το έλεγε η Γιαγιά, εξάλλου, που να τολμήσω εγώ να τις αμφισβητήσω. Πίστευε και μη ερεύνα!

 Αυτό τουλάχιστον πιστεύαμε σαν παιδιά, όταν μας το έλεγαν: Τις πατημασιές τις έκανε το λυγερόκορμο άλογο του Άγιου Γεώργιου. Η πίστη στο θείο και τον σεβασμό στο θείο σε τέτοια χωριά γεμάτα Ανθρώπους φορείς νοημάτων, μνήμης και πίστης, πάντως, δεν αφήνεται στην τύχη: Η γιαγιά Αθηνά το πρώτο πράγμα που μου έμαθε ήταν πως ήταν ανίερο και ασεβές να δρασκελώ πάνω από τις «ιερές πατημασιές» του αλόγου του Άγιου Γιώργη. Νήπιο, μου έμαθε ότι περνώντας από εκεί θα πρέπει να πατώ μέσα σε κάθε μια από αυτές χωρίς ποτέ να τις δρασκελώ. Αυτό έκαναν και όλα τα παιδιά του Δράκοντα, απ' ότι ξέρω. Για να πούμε όλη την αλήθεια, τελικά για εμάς τότε ήταν και αφορμή και για ένα παιχνίδι. Έφηβος πριν φύγω, χαμογελώντας, συνέχισα να το κάνω. Θέλεις είναι πίστη, θέλεις είναι παράδοση, θέλεις είναι για να τιμήσω τη γιαγιά Αθηνά και τις παραδόσεις των προγόνων μου, πάντα πατούσα πάνω στις πατημασιές του αλόγου όπως περνούσα. Και θα το κάνω αν ξαναπεράσω. Μάλλον, όμως, στην επόμενη ζωή. Γιατί αντίθετα με άλλους, εγώ δεν θέλησα να πάω να δω τους κατακτητές μέσα στα δικά μου κτήματα και στα κτισμένα από τους προγόνους μου σπίτια.

Δεν αποκλείω εξάλλου και το χειρότερο που ίσως προκαλέσει καρδιακή προσβολή: Η βαρβαρότητα των κατακτητών να μην σταμάτησε στο τσιμέντωμα της Βρύσης. Δεν αποκλείω, να έχουν βεβηλώσει και τις πατημασιές του ιερού και μυθικού αλόγου.

 

1. Αλκίνοος Ιωαννίδης - Του Άη Γιωρκού: http://www.youtube.com/watch?v=fUd0iB5I9pI, http://www.youtube.com/watch?v=TawhQ6ytmts&feature=related

 

http://www.youtube.com/watch?v=ozNC7BomgYU

 

======================================

Υστερόγραφο: Όταν πλέον ολοκλήρωσα το πιο πάνω και το ανάρτησα πήρα και το εξής άρθρο του Λάζαρου Μαύρου, το οποίο παραθέτω αυτούσιο. Σημειώνω μόνο ότι η οικογένεια Προεστού είχε το σπίτι της στις παρυφές του Δράκοντα. Εκεί που η Δυτική χαράδρα άρχιζε να κατηφορίζει από τις παρυφές του Πενταδακτύλου προς την Θάλασσα. Η χαράδρα που χώριζε την Αγία Αναστασία από την γειτονιά του Δράκοντα. Όπως ερχόταν ο δρόμος με κατεύθυνση ανατολική, έστριβε αριστερά, και εκεί στην γωνιά ήταν οι Προεστοί. Ο δρόμος συνέχιζε ίσα προς τον κρημνό και στην επόμενη αριστερή στροφή κατηφόριζε ο χωματόδρομος που οδηγούσε στον Δράκοντα. Στην κατηφόρα δεξιά το σπίτι της οικογένειας Χάλκου, ίσα μπροστά ο μεγάλος κήπος και το σπίτι της γιαγιάς Αθηνάς που κληρονομήθηκε από την θεία Ανδρούλα. Αν και πολλές δεκαετίες πέρασαν μπορούμε να σχεδιάσουμε επί χάρτου κάθε στροφή, κάθε γωνιά, κάθε πέτρα και είδος δέντρου που φύτρωνε. Πολλά δέντρα, εξάλλου, τα μπολιάσαμε εμείς.

 

24 Δεκεμβρίου 2011, Ειρήσθω Η Κυρά τής Λαπήθου

 

Ε Ν Α ΘΑΥΜΑ έσωσε το 1974 δώδεκα εγκλωβισθέντες στρατιώτες στην καταληφθείσα από τον Αττίλα Λάπηθο. Το θαύμα ονομαζόταν Ευφροσύνη Προεστού, 71 χρονών τότε, πραγματική σωτήρας τών αγνοουμένων επί ένα μήνα νεαρών πολεμιστών Πανίκου Παραλιμνίτη, Κώστα Καστελλανή, Γιώργου Χριστοφή, Στέλιου Θεοδούλου, Κούλλη Κυριάκου, Νίκου Παπαναστασίου, Παύλου Νικολάου, Ανδρέα Γρηγορίου και Νίκου Νικολάου τού 286ΜΤΠ και τών Πολύκαρπου Πέτρου, Αντώνη Φιλίππου και Γιώργου Παπανικολάου του 256ΤΠ. Στη μάχη-μακελειό που εξαπέλυσε την Τρίτη 6 Αυγ. 1974, για την κατάληψη Καραβά και Λαπήθου, η 28η Μεραρχία τού Αττίλα, δυνάμεως 8.000 ανδρών, έναντι δύο ισχνών λόχων του 256ΤΠ κι ενός του 286ΜΤΠ συνολικής δυνάμεως 165 ανδρών, που μαζί τους βρέθηκαν την τελευταία στιγμή και 31 ναρκοθέτες του 70ΤΜΧ, οι συνολικές απώλειες τής ΕΦ ήσαν 86 ηρωικοί νεκροί και αγνοούμενοι, που κυκλώθηκαν, εγκλωβίστηκαν κι εξοντώθηκαν από τους κατακτητές. Θεόσταλτη η Ευφροσύνη, απέκρυψε και τροφοδοτούσε επί ένα μήνα τους δώδεκα.
Ώς τις 4 Σεπτ. 1974, που τους εντόπισε ο Αττίλας. Δύο κατάφεραν να διαφύγουν. Οι υπόλοιποι υπέστησαν φρικτά βασανιστήρια, τούς έστησαν στο εκτελεστικό απόσπασμα, γλύτωσαν όμως την τελευταία στιγμή, όταν οι Τούρκοι βεβαιώθηκαν πως είχε ειδοποιηθεί ο Ερυθρός Σταυρός.
Φ Ρ Ι Κ Τ Α , ανήκουστα μαρτύρια υπέστη άκαμπτη μέχρι τέλους και η γριά Ευφροσύνη. Τα καθέκαστα συμπεριέλαβε το 1979 στο βιβλίο του «Δίσεχτα Χρόνια» ο Πέτρος Στυλιανού, το 1999 ο Πάνος Ι. Μυρτιώτης στο βιβλίο του «256 Τάγμα Πεζικού - Χρονικό» και το 2010 ο Δημήτρης Ηρ. Ταλιαδώρος στο βιβλίο του «286 Μηχανοκίνητο Τάγμα Πεζικού - Πολεμικό Ημερολόγιο 1974». Υπήρξαν και πλήθος αναφορές στα μέσα ενημέρωσης για την Ευφροσύνη Προεστού, που επάξια πήρε τον τίτλο ευγνωμοσύνης Κυρά τής Λαπήθου. Απεβίωσε στα 90 της το 1993. Η προτομή της στήθηκε κοντά στο κατοχικό οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας το 2002.

Τ Ω Ρ Α ΕΝΑ
βιβλίο εκδόθηκε αποκλειστικά για την αείμνηστη Ευφροσύνη και πώς τα δώδεκα «παιδιά της» δεν έμειναν για πάντα στον φρικτό κατάλογο τών άλλων 86 αγνοουμένων συμπολεμιστών τους της μάχης Καραβά - Λαπήθου. Με τη δημοσιογραφική ακρίβεια και τη λογοτεχνική αφήγηση τού πληθυντικού τής τουρκικής φρίκης εκείνου τού Αυγούστου και Σεπτεμβρίου που υπέστησαν οι 12 διασωθέντες και η γενναιότατη σωτήρας τους: «Η Κυρά τής Λαπήθου» (466 σελίδων), έργο του ικανού δημοσιογράφου Γιάννη Νικολάου. Την Τρίτη, που έγινε η παρουσίασή του στο πολιτιστικό ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, η αίθουσα τελετών ήταν μικρή για να χωρέσει τον κόσμο που έσπευσε να την παρακολουθήσει.
ΛΑΖΑΡΟΣ Α. ΜΑΥΡΟΣ

Υστερόγραφο. Η πανοραμική φωτογραφία, τελευταία από κάτω, αναρτήθηκε για πρώτη φορά από την αδελφή μου Ιωάννα